σκυθρωπός

(προωθήθηκε από σκυθρωπή)
Μεταφράσεις

σκυθρωπός

(sciθro'pos) αρσενικό

σκυθρωπή

(sciθro'pi) θηλυκό

σκυθρωπό

glum, sullen, surly (sciθro'po) ουδέτερο
επίθετο
κατσούφης, μουτρωμένος
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close