σκόπιμος

(προωθήθηκε από σκόπιμη)
Μεταφράσεις

σκόπιμος

('skopimos) αρσενικό

σκόπιμη

('skopimi) θηλυκό

σκόπιμο

intentional, expedient, purposefulintentionnel, délibéréمَقْصُودٌzáměrnýtilsigtetabsichtlichdeliberadotahallinennamjeranintenzionale意図的な고의적인opzettelijkbevisstzamierzonyintencionalнамеренныйavsiktligเจตนาkasıtlıcó chủ tâm故意的 ('skopimo) ουδέτερο
επίθετο
που γίνεται επίτηδες σκόπιμη ενέργεια
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close