σμαραγδένιος

(προωθήθηκε από σμαραγδένιο)
Μεταφράσεις

σμαραγδένιος

(smaraɣ'ðeɲos) αρσενικό

σμαραγδένια

(smaraɣða'reɲa) θηλυκό

σμαραγδένιο

emerald (smaraɣ'ðeɲo) ουδέτερο
επίθετο
1. από σμαράγδια σμαραγδένιο κολιέ
2. μεταφορικά που έχει χρώμα σμαραγδιού σμαραγδένια μάτια
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close