σμιχτός

(προωθήθηκε από σμιχτό)
Μεταφράσεις

σμιχτός

(smi'xtos) αρσενικό

σμιχτή

(smi'xti) θηλυκό

σμιχτό

(smi'xto) ουδέτερο
επίθετο
ενωμένα φρύδια
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close