σολ

Μεταφράσεις

σολ

(sol)
ουσιαστικό ουδέτερο άκλητο (ουσιαστικό – επίθετο) μουσική
μουσική νότα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close