σοφός

(προωθήθηκε από σοφή)
Μεταφράσεις

σοφός

(so'fos) αρσενικό

σοφή

(so'fi) θηλυκό

σοφό

sage, raisonnable, senséwiseحَكِيمmoudrývisweisesabioviisasmudarsaggio賢い현명한wijsklokmądrysábioмудрыйvisเฉลียวฉลาดakıllıkhôn ngoan英明的 (so'fo) ουδέτερο
επίθετο
1. που έχει βαθειά γνώση σε κτ σοφός γέρος
2. έξυπνος σοφή απόφαση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close