σπέρμα

Μεταφράσεις

σπέρμα

Sperma, Samensperm, semen, cum, jizz, seed, spunksperma, zaadespermaمَنِيّspermiespermespermaspermaspermespermasperma精子정자spermspermaспермаspermaตัวอสุจิspermtinh trùng精子, 精液сперма精液זרע ('sperma)
ουσιαστικό ουδέτερο
το υγρό που περιέχει σπερματοζωάρια
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close