σπογγώδης

(προωθήθηκε από σπογγώδες)
Μεταφράσεις

σπογγώδης

(spo'ŋgoðis) αρσενικό-θηλυκό

σπογγώδες

spongySpongiforme (spo'ŋgoðes) ουδέτερο
επίθετο
που έχει υφή σφουγγαριού
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close