στέκομαι

Μεταφράσεις

στέκομαι

standيَقِفُstátståstehenestar en pieseisoaêtre deboutstajatistare in piedi立つ서다staanståwstaćficar em péстоятьståยืนdikilmekđứng站立 ('stekome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
1. σταματάω να προχωράω, να κινούμαι Δε στέκεται καθόλου.
Περίμενε!
2. στήνομαι στέκομαι στην ουρά
3. μεταφορικά συμπαραστέκομαι στέκομαι σε κπ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close