στέρεος

(προωθήθηκε από στέρεη)
Μεταφράσεις

στέρεος

('stereos) αρσενικό

στέρεη

('sterei) θηλυκό

στέρεο

firm公司公司회사 ('stereo) ουδέτερο
επίθετο
1. γερός, που δεν κουνιέται στέρεη κατασκευή στέρεο έδαφος
2. ακλόνητος στέρεη πεποίθηση
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close