στέρηση

Μεταφράσεις

στέρηση

deprivationprivaciónDeprivationprivationлишениеontberingprivaçãoالحرمانpozbawieniaлишаване剥夺剝奪deprivace박탈 ('sterisi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. αφαίρεση η στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων
2. έλλειψη στέρηση νερού
3. φτώχεια ζωή χωρίς στερήσεις
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close