στέφω

Μεταφράσεις

στέφω

crowncouronner ('stefo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
δίνω βασιλικό ή πριγκιπικό τίτλο
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close