σταθερός

(προωθήθηκε από σταθερή)
Μεταφράσεις

σταθερός

(staθe'ros) αρσενικό

σταθερή

(staθe'ri) θηλυκό

σταθερό

steady, stable, constant, consistent, enduring, firm, incomefiksaferme, constant, fixe, stableمُسْتَقِرّ, مُنْتَظِمstabilnístabil, vedholdenderuhig, standfestestable, firmevakaastabilancostante, stabileしっかりした, 安定した안정된stabiel, standvastigstabilstałyconstante, estávelстабильный, устойчивыйstabil, stadigเรื่อยๆ, มั่นคงdengede, sabitchắc chắn, ổn định稳定的 (staθe'ro) ουδέτερο
επίθετο
1. που δεν αλλάζει σταθερή θερμοκρασία
2. αμετακίνητος στις απόψεις του Είναι σταθερός στη συμπεριφορά του.
3. μόνιμος σταθερή κατοικία σταθερός δεσμός
4. που δεν κουνιέται έχω σταθερό χέρι
5. (για τηλέφωνο) που λειτουργεί σε εσωτερικό χώρο μόνο σταθερό τηλέφωνο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close