σταματάω

Μεταφράσεις

σταματάω

(stama'tao)

σταματώ

(stama'to)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κάνω κτ ή κπ να μην προχωράει Σταμάτησε ένα ταξί.
2. κόβω, φρενάρω σταματάω το αίμα σταματάω την πτώση των τιμών
3. εγκαταλείπω, διακόπτω σταματάω το σχολείο

σταματάω

يَتَوَقَّفُ, يُوْقِفُpřestatstoppeanhalten, aufhörenstopdetener, pararpysähtyä, pysäyttääarrêter, s’arrêterprestati, statifermare, fermarsi止まる, 止める...을 그만두다, 멈추다stoppenstoppeprzerwać, zatrzymać sięparar, interromperостанавливать, останавливатьсяstanna, stoppaหยุด ยุติ เลิก, หยุด ระงับ ปิดกั้นdurdurmak, durmakdừng停止停止
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. μένω ακίνητος Το λεωφορείο σταμάτησε.
2. παύω Σταμάτα να φωνάζεις!
3. στέκομαι Σταμάτησα μπροστά στη βιτρίνα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close