στατιστικός

(προωθήθηκε από στατιστικό)
Μεταφράσεις

στατιστικός

(statisti'kos) αρσενικό

στατιστική

(statisti'ci) θηλυκό

στατιστικό

statisticalestadísticastatistischestatistiquesстатистическиеstatistischeestatísticaстатистически统计統計statistisketilastollinenסטטיסטי統計통계statistiska (statisti'ko) ουδέτερο
επίθετο
σχετικός με τη στατιστική στατιστικά δεδομένα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close