στεγαστικός

(προωθήθηκε από στεγαστικό)
Μεταφράσεις

στεγαστικός

(steɣasti'kos) αρσενικό

στεγαστική

(steɣasti'ci) θηλυκό

στεγαστικό

housingGehäusealloggilogementжильеhuisvestinghabitaçãobydleníboliger住宅주택bostäder (steɣasti'ko) ουδέτερο
επίθετο
σχετικό με κατοικία στεγαστικό δάνειο
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close