στερημένος

Μεταφράσεις

στερημένος

(steri'menos) αρσενικό

στερημένη

(steri'meni) θηλυκό

στερημένο

deprived박탈 (steri'meno) ουδέτερο
επίθετο
που έχει στερηθεί βασικά πράγματα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close