στοιχίζω

Μεταφράσεις

στοιχίζω

claim, cost, line upcoûter (sti'çizo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. κοστίζω Το φόρεμα στοιχίζει ακριβά.
2. μεταφορικά προκαλώ πόνο, θλίψη Ο θάνατός του μου στοίχισε.
3. μεταφορικά έχω επιπτώσεις Δε στοιχίζει τίποτα να ρωτήσεις. Αυτό το αστειάκι τού στοίχισε τη ζωή.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close