στομφώδης

Μεταφράσεις

στομφώδης

(stom'foðis) αρσενικό

στομφώδες

(stom'foðes) θηλυκό
επίθετο
πομπώδης στομφώδης λόγος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close