στριγκλίζω

Μεταφράσεις

στριγκλίζω

scream, shriek, yell (striŋ'glizo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
βγάζω δυνατές διαπεραστικές κραυγές
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close