στριμώχνω

Μεταφράσεις

στριμώχνω

corner, squeeze (stri'moxno)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. βάζω κτ σφιχτά δίπλα σε κτ άλλο Τον στρίμωξα στο ασανσέρ. Μας στρίμωξαν σ'ένα δωματιάκι.
2. μεταφορικά πιέζω Τη στρίμωξε με τις ερωτήσεις του.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close