στριφογυρίζω-γυρνάω

Μεταφράσεις

στριφογυρίζω-γυρνάω

(strifoʝi'rizo-ʝir'nao)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. δεν μπορώ να κάτσω σε μια θέση στριφογυρίζω στο κρεβάτι μου
2. μεταφορικά τριγυρίζω Μια περίεργη σκέψη άρχισε να στριφογυρίζει στο κεφάλι μου.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close