στρώνομαι

Μεταφράσεις

στρώνομαι

('stronome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
μεταφορικά δουλεύω συγκεντρωμένα στρώθηκα στη δουλειά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close