στρώνω

Μεταφράσεις

στρώνω

lay ('strono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. καλύπτω επιφάνεια στρώνω το κρεβάτι στρώνω το τραπέζι
2. απλώνω στρώνω τα χαλιά
3. ισιώνω, τακτοποιώ στρώνω τα ρούχα μου
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close