στυγνός

(προωθήθηκε από στυγνό)
Μεταφράσεις

στυγνός

(sti'ɣnos) αρσενικό

στυγνή

(sti'ɣni) θηλυκό

στυγνό

calculated, cold, feeling, callous, unfeeling (sti'ɣno) ουδέτερο
επίθετο
απάνθρωπος στυγνός δολοφόνος
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close