συγγένεια

Μεταφράσεις

συγγένεια

kinship, relationship, relationparenté, relationafinidadafinidade (si'nɟenia)
ουσιαστικό θηλυκό
1. οικογενειακός δεσμός συγγένεια εξ αίματοςεξ αγχιστείας
2. μεταφορικά σχέση ιδεολογική συγγένεια
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close