συγκέντρωση

Μεταφράσεις

συγκέντρωση

concentration, gathering, assemblykunvenoconcentration, rassemblement, réunion, assembléeاِجْتِمَاع, تَرْكِيزshromáždění, soustředěnostforsamling, koncentrationKonzentration, Versammlungasamblea, concentraciónkeskittyminen, kokouskoncentracija, skupštinaassemblea, concentrazione集中, 集会집중, 집회concentratie, samenkomstforsamling, konsentrasjonkoncentracja, zgromadzenieassembleia, concentraçãoконцентрация, собраниеkoncentration, samlingการตั้งใจ, การรวมกลุ่มtopluluk, yoğunlaşmanhóm người, sự tập trung集合 (sin'ɟedrosi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. η συνάντηση σε ένα χώρο συγκέντρωση προσωπικού
2. η συλλογή η συγκέντρωση υλικού
3. η αφοσίωση σε κπ δραστηριότητα Αυτή η εργασία απαιτεί μεγάλη συγκέντρωση.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close