συγκατάθεση

Μεταφράσεις

συγκατάθεση

agrément, permissionaccord, assent, concurrence, permissionإِذْنٌsouhlastilladelseErlaubnispermiso, consentimientolupadozvolapermesso許可허락toestemmingtillatelsepozwolenieautorização, permissão, consentimentoразрешениеtillståndการอนุญาตizinsự cho phép许可, 同意съгласие同意הסכמה (siŋga'taθesi)
ουσιαστικό θηλυκό
συμφωνία με τη συγκατάθεση κάποιου
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close