συγκεντρωμένος

(προωθήθηκε από συγκεντρωμένο)
Μεταφράσεις

συγκεντρωμένος

(sinɟedro'menos) αρσενικό

συγκεντρωμένη

(sinɟedro'meni) θηλυκό

συγκεντρωμένο

concentratedconcentradokonzentriertconcentradoконцентрирана集中集中koncentreretמרוכז集中집중koncentrerad (sinɟedro'meno) ουδέτερο
επίθετο
1. μαζεμένος συγκεντρωμένο πλήθος
2. που δεν αφαιρείται Δεν είναι συγκεντρωμένος στην τάξη.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close