συγκινώ

Μεταφράσεις

συγκινώ

émouvoirrührenmove, affect, excite, touch (sinɟi'no)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. προκαλώ συγκίνηση Τα λόγια του μας συγκίνησαν.
2. προκαλώ ενδιαφέρον Δε με συγκίνησε το βιβλίο του.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close