συγκρατούμαι

(προωθήθηκε από συγκρατιέμαι)
Μεταφράσεις

συγκρατούμαι

(siŋgra'tume)

συγκρατιέμαι

(siŋgrat'çeme)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
κρατιέμαι να μην κάνω κτ Δεν κατάφερα να συγκρατηθώ.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close