συγκριτικός

(προωθήθηκε από συγκριτικό)
Μεταφράσεις

συγκριτικός

(siŋgriti'kos) αρσενικό

συγκριτική

(siŋgriti'ci) θηλυκό

συγκριτικό

comparativecomparatif比较比較比較비교เปรียบเทียบ (siŋgriti'ko) ουδέτερο
επίθετο
που υποβάλλεται σε σύγκριση συγκριτικά στοιχεία
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close