συγκροτημένος

(προωθήθηκε από συγκροτημένη)
Μεταφράσεις

συγκροτημένος

(siŋgroti'menos) αρσενικό

συγκροτημένη

(siŋgroti'meni) θηλυκό

συγκροτημένο

structuredestructuradostrukturiertstrutturatoestruturadoمنظمstrukturovanéstruktureretמובנה구조strukturerad (siŋgroti'meno) ουδέτερο
επίθετο
καλά οργανωμένος συγκροτημένη ομάδα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close