συλλεκτικός

Μεταφράσεις

συλλεκτικός

(silekti'kos) αρσενικό

συλλεκτική

(silekti'ci) θηλυκό

συλλεκτικό

(silekti'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. σχετικός με συλλογή συλλεκτικός όμιλος
2. άξιος συλλογής συλλεκτικό κομμάτι συλλεκτική αξία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close