συμβάλλω

Μεταφράσεις

συμβάλλω

ajouter, amener, apporter, contribuer, donner (sim'valo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
βοηθάω, συντελώ συμβάλλω στην ευτυχία κάποιου
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close