συμβιβασμός

Μεταφράσεις

συμβιβασμός

compromiseتَسْوِيةkompromiskompromisKompromisscompromisokompromissicompromiskompromiscompromesso妥協타협compromiskompromisskompromiscompromissoсоглашение на основе взаимных уступокkompromissการประนีประนอมödünsự thỏa hiệp妥协妥協פשרה (simviva'zmos)
ουσιαστικό αρσενικό
1. συμφωνία Καταφέραμε να φτάσουμε σε συμβιβασμό.
2. υποχώρηση κάνω συμβιβασμούς
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close