συμβολισμός

Μεταφράσεις

συμβολισμός

symbolismsimbolismosimbolismosymbolismesimbolismo象征象徵symbolikסימבוליזם (simvoli'zmos)
ουσιαστικό αρσενικό
1. η χρήση συμβόλου για απόδοση εννοιών, πραγμάτων κ.λπ. ο συμβολισμός μιας τελετής
2. λογοτεχνία λογοτεχνικό κίνημα από το ρομαντισμό στο συμβολισμό
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close