συμμαζεύω

Μεταφράσεις

συμμαζεύω

(sima'zevo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. τακτοποιώ, μαζεύω συμμαζεύω τα πράγματά μου
2. μεταφορικά συγκρατώ, περιορίζω συμμαζεύω τη γλώσσα μου συμμαζεύω τις ορέξεις μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close