συμμερίζομαι

Μεταφράσεις

συμμερίζομαι

share, sympathizepartager, plaindreيَتَعَاطَفُmít porozuměnívise forståelse formitfühlencompadecer, simpatizartuntea sympatiaasuosjećatisimpatizzare同情する동정하다sympathiserenha medfølelse medwspółczućcompadecer-seсочувствоватьsympatiseraเห็นใจhalden anlamakthông cảm同情 (sime'rizome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
1. καταλαβαίνω, μπαίνω στη θέση κάποιου Συμμερίζομαι τις ανησυχίες σου. συμμερίζομαι κπτη δυστυχία κάποιου
2. συμφωνώ με κτ συμμερίζομαι τις απόψεις κάποιου
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close