συμμετοχή

Μεταφράσεις

συμμετοχή

participation, involvementTeilnahmedeltagelse参与مشاركةúčastparticipacióndeltagandeparticipation참여участиеdeelnamepartecipazioneparticipação參與участие (simeto'çi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. η παρουσία η συμμετοχή σε γιορτή ενεργός συμμετοχή
2. ανάμειξη κατηγορούμαι για συμμετοχή σε έγκλημα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close