συμπατριώτης

Μεταφράσεις

συμπατριώτης

(simbatri'otis) αρσενικό

συμπατριώτισσα

compatriotecompatriotcompatriotaLandsmanncompatriotaمواطنهlandsmandlandsman (siŋbatri'otisa) θηλυκό
ουσιαστικό
που κατάγεται από τον ίδιο τόπο
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close