συμπτωματικός

(προωθήθηκε από συμπτωματική)
Μεταφράσεις

συμπτωματικός

(simptomati'kos) αρσενικό

συμπτωματική

(simptomati'ci) θηλυκό

συμπτωματικό

symptomatique (simptomati'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. τυχαίος Μήπως είναι συμπτωματικό; συμπτωματική συνάντηση
2. σχετικός με σύμπτωμα συμπτωματική θεραπεία
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close