συμπυκνωμένος

(προωθήθηκε από συμπυκνωμένο)
Μεταφράσεις

συμπυκνωμένος

(simbikno'menos) αρσενικό

συμπυκνωμένη

(simbikno'meni) θηλυκό

συμπυκνωμένο

compactconcentradokonzentriertconcentradoконцентрирана集中集中koncentreretמרוכז集中집중koncentrerad (simbikno'meno) ουδέτερο
επίθετο
που έχει συμπυκνωθεί συμπυκνωμένος χυμός
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close