συνέχεια

Μεταφράσεις

συνέχεια

(si'neçia)
ουσιαστικό θηλυκό
1. η απουσία διακοπής η συνέχεια στο λόγο
2. αυτό που ακολουθεί στη σειρά η συνέχεια του έργου
ύστερα
που διακόπτεται έργο σε συνέχειες

συνέχεια

(si'neçia)

συνεχώς

continuance, continuity, continuously, continuation, sequelsuite, continuellement, continuitéنَتِيجَةpokračovánífortsættelseFortsetzungcontinuaciónjatko-osanastavakseguito続篇속편vervolgfortsettelsedalszy ciągcontinuaçãoпродолжениеfortsättningเรื่องราวที่ติดตามมาdevamıcuốn tiếp theo续集 (sine'xos)
επίρρημα
αδιάκοπα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close