συνδέομαι

Μεταφράσεις

συνδέομαι

être lié à, se connecterيَدْخُلُ, يُسَجِّلُ الدّخُولَpřihlásit selogge ind, logge påanmelden, einloggen (sich)log in, log onabrir sesión, conectar, iniciar sesiónkirjautuaprijaviti seaccedere, effettuare l'accessoログインする, ログオンする로그온하다, 로그인하다aanmelden, inloggenlogge inn, logge påzalogować sięfazer login, iniciar sessãoвходить (в систему), входить в системуlogga in, logga påลงบันทึกเข้า, ลงบันทึกเปิดoturum açmaktruy cập, truy nhập登入, 登录 (sin'ðeome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
1. έχω κπ σχέση συνδέομαι με κπ
2. έχω πρόσβαση συνδέομαι με το διαδίκτυο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close