συνδετικός

(προωθήθηκε από συνδετικό)
Μεταφράσεις

συνδετικός

(sinðeti'kos) αρσενικό

συνδετική

(sinðeti'ci) θηλυκό

συνδετικό

connectiveconnettivoconjonctifсоединительнаяconjuntivo结缔组织結締組織pojivové結合 (sinðeti'ko) ουδέτερο
επίθετο
που συνδέει διαφορετικά πράγματα συνδετικός κρίκος
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close