συνδρομή

Μεταφράσεις

συνδρομή

subscription, aid, assistance, syndromeabonnementاِشْتِرَاكpředplatnéabonnementAbonnementsuscripción, asistenciatilauspretplataabbonamento定期購読구독abonnementabonnementprenumerataassinatura, subscrição, assistênciaподпискаprenumerationค่าการสมัครสมาชิกaboneliktiền đặt báo dài hạn订阅, 援助помощ援助סיוע (sinðro'mi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. υλική ή πρακτική ενίσχυση συνδρομή σε ομαδικό έργο
2. ποσό για τακτικές υπηρεσίες ή για δικαίωμα συμμετοχής ετήσια συνδρομή συνδρομή σε περιοδικό
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close