συνηθίζω

Μεταφράσεις

συνηθίζω

(sini'θizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
μαθαίνω, εξοικειώνομαι Συνήθισα τη μοναξιά.

συνηθίζω

habit, used to, accustomобычнообикновено通常通常obvykleyleensäבדרך כלל일반적으로vanligtvis
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. έχω τη συνήθεια Συνηθίζω να ξυπνάω νωρίς.
2. προσαρμόζομαι Συνήθισα (σ) το σκοτάδι.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close