συνθηκολογώ

Μεταφράσεις

συνθηκολογώ

capitulate (sinθikolo'ɣo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
παραδίδομαι, υποχωρώ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close