συνταρακτικός

(προωθήθηκε από συνταρακτική)
Μεταφράσεις

συνταρακτικός

(sindarakti'kos) αρσενικό

συνταρακτική

(sindarakti'ci) θηλυκό

συνταρακτικό

stirring, sensationalمُثِيرsenzačnísensationelsensationellsensacionalkohua herättäväsensationnelsenzacionalansensazionale世間をあっといわせるような세상을 들끓게 하는sensationeelsensasjonellsensacyjnysensacionalсенсационныйsensationellน่าเร้าใจsansasyonelgây ra sự xúc động mạnh轰动的 (sindarakti'ko) ουδέτερο
επίθετο
συγκλονιστικός συνταρακτική είδηση
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close